Σάββατο, 1 Φεβρουαρίου 2014

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗ ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ, ΓΙΑ ΒΕΒΑΙΩΜΕΝΕΣ ΕΚΤΟΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΕΣ ΟΦΕΙΛΕΣ ΜΟΥ

Προς Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, κ. Θεοχάρη Θεοχάρη

Κύριε Θεοχάρη

Κατ’ αρχήν θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για το ευγενικό ύφος της ενημερωτικής επιστολής σας, που ανακόπτει τις φήμες περί ιδρύσεως φορολογικών φυλακών, στις οποίες πρόκειται να μετοικήσει η πλειοψηφία των Ελλήνων εξ’ αιτίας της αδυναμίας πληρωμής φόρων, που κατά παράβαση του Συντάγματος υπερβαίνουν την φοροδοτική τους ικανότητα.

Σας παρακαλώ, συγχωρήστε μου την πρωτοβουλία να μην λάβω ως αποθαρρυντικό στοιχείο, το γεγονός ότι ως αποστολέας του ενημερωτικού σας μηνύματος, εμφανίζεται το no.reply.ypoik, δηλαδή το Υπουργείο Οικονομικών που δεν απαντά στις αντιρρήσεις μας.
Ελπίζοντας σε μια απάντησή σας, για την οποία μάλιστα υποχρεούστε βάσει του άρθρου 10 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 6 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, σας ενημερώνω με τη σειρά μου για τα εξής:

1.     Ότι ουδέποτε επέτρεψα στον εαυτό μου να δημιουργήσει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την εφορία, από φόρους που βεβαιώθηκαν και μου επιβλήθηκαν νόμιμα.
2.     Ότι οι οφειλές στις οποίες αναφέρεστε, προέκυψαν κατά παράβαση του Συντάγματος και του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος.
3.     Ότι ενημέρωσα εμπρόθεσμα με την ..    .......      Δήλωση Εναντίωσης τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. για την αντισυνταγματικότητα των κρατικών απαιτήσεων που αφορούν την εν λόγω οφειλή, δηλώνοντας αδυναμία πληρωμής λόγω μειωμένης φοροδοτικής ικανότητας και λόγω αδυναμίας συναίνεσης στην εκτέλεση αντισυνταγματικών διατάξεων νόμων, που λειτουργούν καταλυτικά προς το Σύνταγμα.
4.     Ότι δεν έλαβα καμία απάντηση, κατά παράβαση του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας.
5.     Ότι βάσει του άρθρου 120 παρ. 2 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «Ο σεβασμός στο Σύνταγμα και τους νόμους που συμφωνούν με αυτό… αποτελεί θεμελιώδη υποχρέωση όλων των Ελλήνων», δικαιούμαι και υποχρεούμαι να δείχνω σεβασμό μόνον προς τους νόμους που συμφωνούν με το σύνταγμα, εκτελώντας μία θεμελιώδη υποχρέωση, η οποία υπερέχει της υποχρέωσης πληρωμής οφειλών που προέκυψαν με αντισυνταγματικό τρόπο.


Η ΝΟΜΙΚΗ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ ΤΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΜΟΥ

Κατ’ αρχήν πρέπει να αποσαφηνιστεί το γεγονός ότι η φορολογία είναι δικαίωμα και όχι υποχρέωση, καθώς ορίζεται από το δεύτερο μέρος του Συντάγματος που ορίζει τα «Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα». Η φορολογία λοιπόν ορίζεται από το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, ως δικαίωμα συνεισφοράς χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις μας. Αποτελεί δικαίωμα διότι προϋποθέτει μία ανάλογη συνεισφορά χωρίς διακρίσεις, του κράτους προς τους πολίτες, ενός κράτους δικαίου που αναγνωρίζει ως πρωταρχική του υποχρέωση, «τον σεβασμό και την προστασία της αξίας του ανθρώπου» (σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 Σ)

Οι φόροι λοιπόν εξ’ ορισμού είναι ανταποδοτικοί, οι δε κρατικές φορολογικές απαιτήσεις είναι νόμιμες όταν πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις:
1.     Το Κράτος σέβεται και προστατεύει την αξία του ανθρώπου. Αναγνωρίζει ως θεμέλιο του πολιτεύματος τη λαϊκή κυριαρχία. Γενικότερα, σέβεται και τηρεί το Σύνταγμα.
2.     Ζητείται η συνεισφορά των πολιτών, χωρίς διακρίσεις.
3.     Ορίζεται το ύψος της συνεισφοράς, «ανάλογα με τις δυνάμεις τους».
4.     Η συνεισφορά, εξυπηρετεί αποκλειστικά «δημόσια βάρη».
Η νομιμότητα των φόρων, ορίζεται αρχικά από το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος που ορίζει ότι: «Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους» και στη συνέχεια από το άρθρο 78 που ορίζει τη φορολογία και τη δημοσιονομική διαχείριση ως εξής:
1. Kανένας φόρoς δεν επιβάλλεται oύτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμo πoυ καθoρίζει τo υπoκείμενo της φoρoλoγίας και τo εισόδημα, τo είδoς της περιoυσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγoρίες τoυς, στις oπoίες αναφέρεται o φόρoς.
2. Φόρoς ή άλλo oπoιoδήπoτε oικoνoμικό βάρoς δεν μπoρεί να επιβληθεί με νόμo αναδρoμικής ισχύoς πoυ εκτείνεται πέρα από τo oικoνoμικό έτoς τo πρoηγoύμενo εκείνoυ κατά τo oπoίo επιβλήθηκε.

Όπως ήδη γνωρίζετε, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές μου δεν αφορούν κύριο φόρο, ο οποίος άλλωστε παρακρατείται από το μισθό μου, ούτε φόρο εισοδήματος, ούτε ΦΠΑ αλλά προέκυψαν αποκλειστικά από το νόμο 3986/2011 για τη συνταγματικότητα του οποίου επιφυλάσσομαι. Συγκεκριμένα, οι εν λόγω οφειλές αφορούν:
1.     Έκτακτη εισφορά επί του εισοδήματος 139,73 ευρώ, (ν. 3986/2011 άρθρο 29)
2.     Έκτακτη εισφορά σε αντικειμενικές δαπάνες 378 ευρώ (ν. 3986/2011 άρθρο 30)
3.     Τέλος επιτηδεύματος 300 ευρώ (ν. 3986/2011 άρθρο 31)

Βάσει του Συντάγματος, οι απαιτήσεις αυτές είναι παράνομες, διότι:
Επιβάλλονται με νόμο αναδρομικής ισχύος κατά το έτος 2011, και αφορούν εισοδήματα και χρήσεις του 2010, κατά παράβαση του άρθρου 78 παρ. 2

Πέραν τούτου, απαιτούνται ως «συνεισφορά» σε ιδιωτικά βάρη, όπως τα βάρη των ιδιωτικών τραπεζών, τα οποία δεν έχουν καμία υποχρέωση να σηκώσουν οι πολίτες, και ιδίως αυτοί που δεν είχαν κάποια ιδιαίτερη σχέση με τις τράπεζες. Η άποψή μου τεκμηριώνεται από την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ελεύθερων Συναλλαγών (EFTA) που δικαίωσε την Ισλανδία, μια χώρα που πέρασε χειρότερη και από τη δική μας κρίση, αλλά παρ’ όλα αυτά δεν χρέωσε ούτε ένα sent στους πολίτες της για ανακεφαλαιοποίηση των χρεωκοπημένων τραπεζών. Διότι οι τράπεζες είναι ιδιωτικές επιχειρήσεις, οι δε καταθέτες κερδοσκόποι, που ευελπιστούν σε «υψηλές αποδόσεις» και για το λόγο αυτόν πρέπει να αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους. Διότι οι αποδόσεις των κεφαλαίων, προϋποθέτουν κι ένα ρίσκο, για το οποίο καμία ευθύνη δεν έχει η χώρα όπου αυτές εδρεύουν, ούτε ο λαός της. Οι καταθέτες έπαιξαν και έχασαν, δίχως τη συναίνεσή μας, και όπως δεν πήραμε ούτε ένα σεντ από τα κέρδη τους, για τα οποία ήσαν περήφανοι επί τόσα χρόνια, έτσι δεν οφείλουμε να πληρώσουμε ούτε ένα σεντ για τις απώλειές τους, που ήταν βέβαιο ότι θα έρχονταν κάποια των ημερών. Άλλωστε, σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του δικαστηρίου της EFTA, οι καταθέτες όφειλαν να ασφαλίσουν τις καταθέσεις τους. Κατόπιν τούτης της δικαστικής απόφασης, είναι αναπόφευκτη η μεταστροφή του Eurogroup προς την άποψη ότι οι καταθέτες πρέπει να συμβάλλουν στην ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών τους, δια του κουρέματος των καταθέσεων, και όχι ο αμέτοχος λαός δια της μείωσης των μισθών και της φοροεπιδρομής. Αυτή τη στάση λοιπόν αναπόφευκτα θα ακολουθήσετε κι εσείς, όχι μόνον επειδή δεν είναι δίκαιο να πληρώσουμε τα παιχνίδια των κεφαλαιούχων εμείς, αλλά και επειδή δεν δυνάμεθα να το πράξουμε, λόγω της μειωμένης μας φοροδοτικής ικανότητας.

Σύμφωνα με την απόφαση του δικαστηρίου EFTA (JUDGMENT OF THE COURT, 28 January 2013)  Δεν θα πληρώσουν οι λαοί τις τράπεζες.

«Με ικανοποίηση χαιρετίζουμε την απόφαση του δικαστηρίου της EFTA (Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών), η οποία απορρίπτει όλες τις καταγγελίες που κατατέθηκαν από τις Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο κατά της Ισλανδίας στην υπόθεση «Icesave» | 1 |,» σημειώνει σε άρθρο του ο Ερίκ Τουσέν, της οργάνωσης CADTM, (Επιτροπή για την κατάργηση του χρέους του Τρίτου Κόσμου)
«Η απόφαση καθιστά σαφές ότι δεν είναι ευθύνη της χώρας στην οποία μια τραπεζική εταιρεία έχει την έδρα της, να καλύπτει τα έξοδα των εγγυήσεων του τραπεζικού της συστήματος, καθώς και ότι ο μηχανισμός του συστήματος ασφαλείας πρέπει να χρηματοδοτείται από τις ίδιες τις τράπεζες. Αυτό επιβεβαιώνει εμμέσως ότι η διαδικασία της κανονικής εκκαθάρισης, όπως αυτή εφαρμόστηκε στη περίπτωση της «Landsbanki» (μητρική της Icesave) είναι τελείως ορθή, όταν μια τράπεζα, ακόμα και χαρακτηρισμένη ως «TBTF» (too big to fail, πολύ μεγάλη για να πέσει ), έχει περισσότερα χρέη από τα περιουσιακά στοιχεία της. Όμοια πρέπει να είναι η περίπτωση των περισσότερων μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών, αν τα τοξικά στοιχεία ενεργητικού στους ισολογισμούς τους καταγράφονταν στην πραγματική τους αξία.
Είναι το αντίθετο από αυτό που έχει καθιερωθεί, από το 2007 και την αρχή των επαναλαμβανόμενων χρηματοπιστωτικών κρίσεων, για να σωθούν οι μεγαλομέτοχοι των τραπεζών με τις πλάτες της κοινότητας. Οι κυβερνήσεις των βιομηχανικών χωρών έδωσαν την εγγύηση τους προς τις τράπεζες στο χείλος της χρεοκοπίας των χωρών τους, χωρίς αιτιολόγηση, χρησιμοποιώντας δημόσια κονδύλια για τη διευκόλυνση των ταμειακών ροών των τραπεζών. Την ίδια στιγμή, οι κυβερνώντες άρχισαν να σφυρηλατούν την ιδέα ότι το φταίξιμο άνηκε στο πληθυσμόΑυτή η εκστρατεία είχε και έχει ως στόχο να πείσει τους πολίτες ότι πρέπει να αποδέχονται τις μειώσεις στους μισθούς τους, την υποβάθμιση της κοινωνικής κάλυψης, την αύξηση της ανασφάλειας και την επιδείνωση των συνθηκών εργασίας.
Οι λαοί δεν ευθύνονται και δεν συμφωνούν με τα μέτρα λιτότητας που τους επιβάλλονται. Η απόφαση αυτή αποδεικνύει τη νομιμότητα της γνώμης των λαών και ως εκ τούτου αποδείχνει τον μη νομιμοποιημένο χαρακτήρα αυτών των μέτρων λιτότητας.
Το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα εξακολουθεί να κρατά την αναπνοή του, περιμένοντας την ημέρα που τα τοξικά στοιχεία του ενεργητικού του θα ωριμάσουν και δεν θα μπορεί πλέον να κρυφτούν. Τότε, θα ζητηθεί (ή μάλλον διαταχθεί) από τον πληθυσμό να το διασώσει και πάλι. Οι κυβερνήσεις, μέσω των δομών που έχουν εφαρμοστεί έκτοτε, θα αναζητήσουν από τις χρηματοπιστωτικές αγορές να δανειστούν τα ίδια τα δικά τους χρήματά και να τα δώσουν πίσω στις τράπεζες που κατέχουν τα τοξικά στοιχεία ενεργητικού.
Με την απόφαση της EFTA, γνωρίζουμε τώρα ότι δεν είναι οι λαοί (Ελληνικός, Ιρλανδικός, Πορτογαλικός ή άλλοι) που πρέπει να πληρώσουν και ότι η προθυμία των κυβερνήσεων να πράξουν με τον τρόπο που πράττουν αποδείχνει τη συνενοχή τους με τις τράπεζες.»

Βάσει του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, οι εν λόγω απαιτήσεις είναι επίσης παράνομες διότι:
Ο νόμος 3986/2011, όπως προκύπτει από τον τίτλο του «Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής», είναι μέτρο σε βάρος των δικαιωμάτων και συμφερόντων μου, που λαμβάνεται αφ’ ενός για τη διάσωση των τραπεζών, και αφ’ ετέρου διότι κατά κάποιον τρόπο ενοχοποιούμαι για την κακή δημοσιονομική πολιτική, με αποτέλεσμα να πρέπει να πληρώσω. Το ποσό λοιπόν των 817,73 ευρώ, μου επιβάλλεται ως πρόστιμο που αντιστοιχεί στον βαθμό της ενοχής μου και όχι ως φόρος που προκύπτει νομίμως από το εισόδημα και αναλογεί στην φοροδοτική μου ικανότητα. Βάσει αυτών, θα έπρεπε να τηρηθεί ο κώδικας διοικητικής διαδικασίας, παρέχοντάς μου το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 που ορίζει ότι: 1. Οι διοικητικές αρχές, πριν από κάθε ενέργεια ή μέτρο σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων συγκεκριμένου προσώπου, οφείλουν να καλούν τον ενδιαφερόμενο να εκφράσει τις απόψεις του, εγγράφως ή προφορικώς, ως προς τα σχετικά ζητήματα. 2. Η κλήση προς ακρόαση είναι έγγραφη, αναφέρει τον τόπο, την ημέρα και την ώρα της ακρόασης, προσδιορίζει δε το αντικείμενο του μέτρου ή της ενέργειας. Η κλήση κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο τουλάχιστον πέντε (5) πλήρεις ημέρες πριν από την ημέρα της ακρόασης. Ο ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα να λάβει γνώση των σχετικών αποδεικτικών στοιχείων και να προβεί σε ανταπόδειξη. Η τήρηση της προαναφερόμενης διαδικασίας, καθώς και η λήψη υπόψη των απόψεων του ενδιαφερομένου, πρέπει να προκύπτουν από την αιτιολογία της διοικητικής πράξης. Το υιοθετούμενο μέτρο πρέπει να λαμβάνεται μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα από την ακρόαση του ενδιαφερομένου.3. Αν η άμεση λήψη του δυσμενούς μέτρου είναι αναγκαία για την αποτροπή κινδύνου ή λόγω επιτακτικού δημόσιου συμφέροντος, είναι, κατ' εξαίρεση, δυνατή η, χωρίς προηγούμενη κλήση του ενδιαφερομένου, ρύθμιση. Αν η κατάσταση που ρυθμίστηκε είναι δυνατόν να μεταβληθεί, η διοικητική αρχή, μέσα σε χρονικό διάστημα δεκαπέντε (15) ημερών, καλεί τον ενδιαφερόμενο να εκφράσει τις απόψεις του σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, οπότε και προβαίνει σε τυχόν νέα ρύθμιση. Αν η πιο πάνω προθεσμία παρέλθει άπρακτη, το μέτρο παύει αυτοδικαίως, και χωρίς άλλη ενέργεια, να ισχύει.

Επειδή το ποσό των 817,73, μου επιβλήθηκε από την διοίκηση ως μέτρο βάσει κάποιου νόμου, και όχι ως βεβαίωση μιας νόμιμης φορολογικής οφειλής, η διοίκηση όφειλε να με καλέσει σε προηγούμενη ακρόαση, ώστε να λάβει υπόψη της τις ειδικές προϋποθέσεις εκ των οποίων πιστοποιείται το ύψος της φοροδοτικής μου ικανότητας. Στον νόμο 3986/2011 προβλέπεται αυτό, συμπεριλαμβάνοντας όμως έναν περιορισμένον αριθμό ειδικών περιπτώσεων όπως τα άτομα με αναπηρία, οι μακροχρόνια άνεργοι κλπ. Η αυθαιρεσία του νομοθέτη να προκαθορίσει τις ειδικές περιπτώσεις μειωμένης φοροδοτικής ικανότητας πριν από την προηγούμενη ακρόαση των άμεσα προσβαλλόμενων από το μέτρο, έρχεται σε αντίθεση με τον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, καθιστώντας το σχετικό νόμο παράνομο. Η μόνη δικαιολογία, παρέχεται από την παρ. 3 του άρθρου 6 του ΚΔΔιαδ. βάσει του οποίου, η μη κλήση σε προηγούμενη ακρόαση όλων των προσβαλλόμενων από το μέτρο, και η μη λήψη υπόψη των επιχειρημάτων τους, «ήταν αναγκαία για την αποτροπή κινδύνου ή λόγω επιτακτικού δημόσιου συμφέροντος». Και βάσει όμως αυτής της παραγράφου, επειδή πλέον η κατάσταση που ρυθμίστηκε ήταν δυνατόν να μεταβληθεί, η διοικητική αρχή, μέσα σε χρονικό διάστημα 15 ημερών, μπορούσε να καλέσει τον ενδιαφερόμενο να εκφράσει τις απόψεις του, για να προβεί σε νέα ρύθμιση. Επειδή η πιο πάνω προθεσμία παρήλθε άπρακτη, το μέτρο έπαψε αυτοδικαίως και χωρίς άλλη ενέργεια να ισχύει.

Ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για μέτρο ή για φόρο, βάσει του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η φοροδοτική ικανότητα του φορολογούμενου, γεγονός που προβλέπεται από τον ΚΔΔιαδ. παρέχοντας το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης. Κάνοντας χρήση αυτού του δικαιώματος, ενημέρωσα εμπρόθεσμα την αρμόδια Δ.Ο.Υ. με την …….   …. Δήλωση εναντίωσης στο μέτρο, λόγω αδυναμίας πληρωμής, λόγω επιφυλάξεων ως προς τη συνταγματικότητά του και λόγω αδυναμίας συναίνεσης. Βάσει αυτής της δήλωσης και βάσει του ΚΔΔιαδ. η διοίκηση ήταν υποχρεωμένη να με καλέσει σε προηγούμενη ακρόαση, να απαντήσει αιτιολογημένα στα επιχειρήματά μου και να προβεί (αν το έκρινε αναγκαίο) σε μεταβολή της αρχικής βεβαίωσης. Επειδή δεν το έπραξε και η προθεσμία των 15 ημερών παρήλθε άπρακτη, βάσει του άρθρου 6 παρ. 3 του ΚΔΔιαδ. «το μέτρο έπαψε αυτοδικαίως και χωρίς άλλη ενέργεια να ισχύει». Κατά συνέπεια δεν υφίσταται καμία οφειλή. 

Βάσει αυτών ζητώ:
1. Να διαγραφεί το ποσό των 817,73 και οι προσαυξήσεις του από τους καταλόγους της ΓΓΠΣ, και της Δ.Ο.Υ. της περιοχής μου.
2. Επειδή το δυσμενές προς τα δικαιώματα και συμφέροντά μου μέτρο επαναλαμβάνεται και πέραν του έτους 2011, κατά παράβαση του συντάγματος και του κώδικα διοικητικής διαδικασίας, και κατ’ αντίθεση προς τον τίτλο του (διότι δεν είναι δυνατόν ένα επείγον μέτρο να διαιωνίζεται) ζητώ την διοικητική επίλυση της διαφοράς για την επιβολή του κατά το έτος 2012, και την προηγούμενη ακρόασή μου  πριν την επιβολή του κατά το έτος 2013.

 Με εκτίμηση, 
ΑΛΚΑΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου