Το κίνημα και ο νόμος ή περί της νομιμότητας του κινήματος
Δεν πυροβολούμε ένα κουνούπι, αλλά και δεν χρησιμοποιούμε εντομοκτόνο κατά ενός ελέφαντα
Του Δημήτρη Μπελαντή
Σύνθημα του γερμανικού αυτόνομου κινήματος στην δεκαετία του 1980
«Όταν το άδικο γίνεται νόμος, η αντίσταση γίνεται καθήκον»
Σύνθημα του γερμανικού αυτόνομου κινήματος στην δεκαετία του 1980
Εδώ και αρκετές δεκαετίες, έχει επικρατήσει πλειοψηφικά η αντίληψη τόσο στην ελληνική όσο και στην ευρωπαϊκή Αριστερά ότι η δημοκρατική νομιμότητα, που απορρέει από το αστικό κοινοβουλευτικό Σύνταγμα, αποτελεί ένα κοινωνικό και πολιτικό όριο στην δράση του κινήματος και των εργαζομένων, το οποίο πρέπει να είναι κατ’ αρχήν σεβαστό. Η νομιμότητα και η παρανομία συνιστούν ένα κατώφλι ανάμεσα στην κοινοβουλευτική και την «ακραία εξωκοινοβουλευτική» Αριστερά καθώς και τον αναρχικό χώρο. Κατά συνέπεια, πράξεις κινηματικές, οι οποίες παραβιάζουν το όριο της νομιμότητας και ιδίως πράξεις πραγματικής ή λανθάνουσας φυσικής βίας κατά κρατικών κατασταλτικών οργάνων ή πολιτικών παραγόντων, αποδοκιμάζονται ή θεωρούνται και αντικειμενικά «επικίνδυνες» ή και «προβοκατόρικες». Η Αριστερά, η οποία κάποτε ηττήθηκε στο επίπεδο της μείζονος στρατιωτικής βίας (εμφύλιος πόλεμος), κατέληξε να αποδοκιμάζει και την ελάσσονα κινηματική (αυτοάμυνα του μαζικού κινήματος). Σε όλη την μεταπολιτευτική περίοδο, η γραμμή της επίσημης Αριστεράς υπήρξε αυτή του σεβασμού της δημοκρατικής νομιμότητας, ακόμη και όταν αυτή έβλαπτε ή εμπόδιζε το μαζικό κίνημα (με μεγάλο ορόσημο τις μεταπολιτευτικές κινητοποιήσεις και συγκρούσεις και την θέση της επίσημης Αριστεράς σε αυτές αλλά και πρόσφατα με την στάση ειδικά του ΚΚΕ στον Δεκέμβρη του 2008). Όπως έγραφε ένα σημαντικό στέλεχος της κομμουνιστικής ανανεωτικής νεολαίας (ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος) στα μέσα της δεκαετίας του 1970, η Αριστερά σταματούσε μπρος στο δίλημμα των «νόμιμων ΜΑΤ»


